27/12/16

Κάτω από τα άστρα, σε περίμενα...



Απόψε δε βγήκα να αντικρίσω τη νύχτα
Συνήθιζα να κάθομαι εκεί -κάτω από τα άστρα-
και να μετρώ την απουσία σου
Πόσο αδέξια ένιωθε η ψυχή μου
χωρίς τη μορφή σου
Το φεγγάρι όμως ήταν πάντα εκεί
και μου κρατούσε συντροφιά
Ώσπου να έρθεις
Κι ακόμη κι αν δεν ερχόσουν,
εγώ περίμενα
Ήξερα ότι θα ερχόσουν
Αργά ή γρήγορα θα ερχόσουν
Εγώ περίμενα εκεί
Μα όσο κι αν έλειπες,
η σκέψη μου δε σε άφησε ποτέ
Δίχως εσένα με σκέπαζε ο νυχτερινός ουρανός
εκείνο τον καιρό
Τώρα δεν έρχεσαι
Μα δεν μπορώ να σταματήσω να περιμένω
Απλά χθες αρνήθηκα
να αντικρίσω τη νύχτα
Φοβήθηκα την παρέα της
Δεν θέλησα να αντικρίσω το φεγγάρι,
μήτε τα άστρα
Η απουσία σου ζωντάνευε...

25/12/16

IT IS YOU I CRAVE



Ποιητικό απόσπασμα από το θεατρικό έργο της Sarah Kane, "Crave".


Εγώ θέλω να κοιμάμαι πλάι σου.
Και να σου κάνω τα ψώνια σου, και να σου κουβαλάω τις σακούλες σου,
και να σου λέω πόσο πολύ μου αρέσει να είμαι μαζί σου,
και να θέλω να παίζουμε κρυφτό,
και να σου δίνω τα ρούχα μου, και να σου λέω πόσο μ’ αρέσουν τα παπούτσια σου,
και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να κάνεις μπάνιο,
και να σου τρίβω το σβέρκο σου,
και να σου φιλάω τα πόδια σου,
και να σου κρατάω το χέρι σου,
και να βγαίνουμε για φαγητό,
και να μη με νοιάζει που θα μου τρως το δικό μου,
και να σου δακτυλογραφώ την αλληλογραφία σου,
και να σου κουβαλάω τα ντοσιέ σου,
και να γελάω με την παράνοια σου,
και να σου δίνω κασέτες που δεν θα τις ακούς,
και να βλέπουμε καταπληκτικές ταινίες,
και να βλέπουμε απαίσιες ταινίες,
και να μαλώνουμε για το ραδιόφωνο,
και να σε βγάζω φωτογραφίες όταν κοιμάσαι,
και να σηκώνομαι πρώτος για να σου φέρω καφέ και κουλούρια και γεμιστά κρουασάν,
και να πηγαίνουμε για καφέ στο Φλοράντ τα μεσάνυχτα,
και να σ’ αφήνω να μου κάνεις τράκα τσιγάρα,
και να μην καταφέρνω ποτέ να βρω ένα σπίρτο,
και να σου λέω τι είδα στην τηλεόραση χτες το βράδυ,
και να μη γελάω με τα αστεία σου,
και να σε θέλω το πρωί αλλά να σ’ αφήνω να κοιμηθείς λίγο ακόμα,
και να φιλάω την πλάτη σου,
και να χαϊδεύω το δέρμα σου,
και να σου λέω πόσο μα πόσο αγαπώ τα μαλλιά σου, τα μάτια σου, τα χείλη σου, το λαιμό σου, το στήθος σου,
και να κάθομαι στις σκάλες και να καπνίζω, ώσπου να γυρίσει σπίτι ο διπλανός σου,
και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να γυρίσεις σπίτι εσύ,
και να τρελαίνομαι όταν αργείς,
και να ξαφνιάζομαι όταν γυρίζεις νωρίτερα,
και να σου χαρίζω ηλιοτρόπια,
και να πηγαίνω στο πάρτι σου και να χορεύω ώσπου να πέσω ξερός,
και να ‘μαι δυστυχισμένος όταν έχω άδικο,
και νάμαι ευτυχισμένος όταν με συγχωρείς,
και να χαζεύω τις φωτογραφίες σου,
και να παρακαλάω να σ’ ήξερα μια ζωή,
και ν’ ακούω τη φωνή σου στο αυτί μου,
και να νιώθω το δέρμα σου πάνω στο δέρμα μου,
και να τρομάζω όταν θυμώνεις,
και το ‘να σου μάτι να κοκκινίζει και το άλλο γαλάζιο,
και να σ’ αγκαλιάζω όταν σε πιάνει αγωνία,
και να σε κρατάω σφιχτά όταν πονάς,
και να σε θέλω όταν σε μυρίζω,
και να σε πληγώνω όταν σε αγγίζω,
και να κλαψουρίζω όταν είμαι πλάι σου, και να κλαψουρίζω όταν δεν είμαι,
και να κυλάει το σάλιο μου πάνω στο στήθος σου,
και να σε πλακώνω και να σε πνίγω τις νύχτες,
και να ξεπαγιάζω όταν μου παίρνεις τις κουβέρτες, και να ζεσταίνομαι όταν δεν μου τις παίρνεις,
και να λιώνω όταν χαμογελάς και να διαλύομαι όταν γελάς,
και να μην καταλαβαίνω όταν λες ότι σε απορρίπτω,
και ν’ αναρωτιέμαι πως σου πέρασε ποτέ απ’ το νου ότι εγώ θα μπορούσα ποτέ να σε απορρίψω,
και ν’ αναρωτιέμαι ποια είσαι αλλά να σε δέχομαι έτσι όπως είσαι,
και να σου λέω για το μαγεμένο δάσος, τον άγγελο του δέντρου, το αγόρι που πέρασε πετώντας τον ωκεανό επειδή σ’ αγαπούσε,
και να σου γράφω ποιήματα, και να αναρωτιέμαι γιατί δεν με πιστεύεις,
και να σ’ αγαπάω τόσο βαθιά που να μην μπορώ να το βάλω σε λόγια,
και να θέλω να σου πάρω ένα γατάκι που θα το ζηλεύω γιατί θα το προσέχεις περισσότερο από μένα,
και να μη σ’ αφήνω να σηκωθείς απ’ το κρεβάτι όταν πρέπει να φύγεις,
και να σου αγοράζω δώρα που εσύ δεν τα θέλεις, και πάλι να τα παίρνω πίσω,
και να σου λέω να παντρευτούμε, και συ να μου λες πάλι όχι,
αλλά εγώ να στο λέω και να στο ξαναλέω, γιατί όσο κι αν νομίζεις πως δεν το λέω σοβαρά εγώ πάντα σοβαρά το έλεγα, από την πρώτη φορά που στο είπα,
και να τριγυρίζω στη πόλη και να τη νοιώθω άδειος χωρίς εσένα,
και να θέλω ότι θέλεις,
και να νομίζω πως χάνομαι, αλλά να ξέρω πως πλάι σου είμαι ασφαλής,
και να σου μιλάω για ότι χειρότερο έχω μέσα μου,
και να προσπαθώ να σου δίνω ότι καλύτερο έχω μέσα μου γιατί δεν σου αξίζει τίποτα λιγότερο,
και να σου λέω την αλήθεια αν και κατά βάθος δεν θέλω,
και να προσπαθώ να είμαι ειλικρινής γιατί ξέρω πως το προτιμάς,
και να νομίζω πως όλα τέλειωσαν, κι ωστόσο να περιμένω άλλα δέκα λεπτά πριν με πετάξεις έξω απ’ ζωή σου,
και να ξεχνάω ποιος είμαι,
και να κάνουμε έρωτα στις τρεις το πρωί.
Και κάπως με κάποιο τρόπο να σου εκφράζω έστω και λίγο,
τον ακάθεκτο,
τον ακατάλυτο,
τον ακατάσβεστο,
τον μεταρσιωτικό,
τον ψυχαναλυτικό,
τον άνευ όρων,
τον τα πάντα πληρούντα,
τον δίχως τέλος και δίχως αρχή,
έρωτά μου για ‘σένα.

5/9/16

ΕΚΕΙ... ΞΕΧΑΣΜΕΝΟ, ΕΚΕΙ.


Κάτω απ' το βουνό και πάνω απ' τη θάλασσα
ένα σπουργίτι ξέχασε να πετάει
Χάθηκε στην άβυσσο ενός ξεχασμένου τίποτα
Τα φτερά του χιλιοχαρακωμένα
η φωλιά του αιματοβαμμένη
από την απάτη μίας πανσελήνου
αλλιώτικης από τις άλλες
Εκεί
Κάτω απ' το βουνό και πάνω απ' τη θάλασσα
ένα σπουργίτι ξέχασε να πετάει

4/8/16

ΠΑΝΤΑ ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ




Άργησε το ξημέρωμα να φανεί 
έτσι όπως αργεί κάθε φορά γι' αυτούς που το περιμένουν.  
Άλλοτε έρχεται και αμέσως φεύγει 
δίχως να γίνει αντιληπτό. 
Κι έτσι οι άνθρωποι ζουν τη ζωή τους 
ξεχνώντας την ύπαρξή του. 
Ζουν μια ζωή χωρίς να αντιλαμβάνονται 
πως κάθε μέρα 
κάθε πρωί 
ξημερώνει. 
Πάντα ξημερώνει. 
Κι είναι τόσο γλυκό και τόσο όμορφο το ξημέρωμα. 
Κάθε μέρα κι ένα ξημέρωμα. 
Κάθε ξημέρωμα και μια καινούρια μέρα. 



23/6/16

ΣΚΟΡΠΙΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ. ΣΚΟΡΠΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ.




Οι σκέψεις λύνονται και μες στον πανικό γίνονται λέξεις.
Λέξεις που ξεδιπλώνονται σε κάποιο παλιό, ξεθωριασμένο χαρτί, που το μελάνι λεκιάζει και αφήνει και αφήνει στίγματα της δικής του πνοής. Οι λέξεις παραμένουν λέξεις. Για κάποιους είναι σκόρπιες λέξεις, για κάποιους άλλους λέξεις με κάποιο νόημα. Για κάποιους ίσως λέξεις με σκόρπια νοήματα. Ποια αυθαίρετη πηγή έμπνευσης μπορεί να δώσει νόημα στις λέξεις αυτές; Λέξεις που ύστερα γίνονται όνειρα και είναι πιθανών προορισμένα για κάποιο παραμύθι. 
Μη το πεις πουθενά, μα μου αρέσει να ονειρεύομαι μέσα από τις λέξεις. Που και που ταξιδεύω με τις λέξεις που ξεδιπλώνονται σε κάποιο παλιό, ξεθωριασμένο χαρτί, που το μελάνι μου λεκιάζει και αφήνει στίγματα της δικής μου πνοής. Κάποιες φορές, για μένα οι λέξεις είναι παραμύθια, με ιδιάζοντα νοήματα. Τι σημασία έχει το ταξίδι αν δεν κουβαλάει μέσα του ένα όνειρο, οδεύοντας σε ένα παραμύθι; Τα όνειρα καθ' αυτά στιγματίζουν τις σκέψεις και όταν οι σκέψεις γίνονται λέξεις παραμένουν σε ένα χαρτί, ξεχασμένο κάπου, σε κάποια άκρη ενός παλιού φθαρμένου ονείρου...


7/6/16

ΠΛΑΝΕΜΕΝΑ ΔΕΣΜΑ


Το τέλος φαντάζει ωραίο
όταν τα μάτια γυμνά
το αντικρύζουν από την κορυφή
ενός ψηλού βουνού.
Διότι εκεί
-τότε και μόνο τότε-
ο ουρανός και τ' άστρα 
προδίδουν την ανθρώπινη υπόστασή τους
σε εκείνον που παραδίδεται,
ψυχή τε και πνεύμα,
σε ό,τι κοντινό κι ουράνιο
δίχως συναίσθημα,
δίχως πόνο,
μόνο με την ευθύνη της μοναξιάς του.
Ω, δεσμά πλανεμένα
το βουνό είναι ψηλό
κι εσείς σπάσατε
στο ύψος
της γαλήνης του.




28/4/16

EL FUEGO, LAS CENIZAS: ΠΕΣ ΜΟΥ ΠΟΙΟ ΦΟΒΟ ΑΓΑΠΗΣΕΣ ΠΑΛΙ





Έρχεται κάποια στιγμή στη ζωή σου που τα σημαντικότερα κομμάτια του παρελθόντος περνούν μπροστά από τα μάτια σου σαν να ανήκουν στο παρόν που ήδη βιώνεις. Αυτό βέβαια γίνεται στιγμιαία και όπως είναι φυσικό, το συναίσθημα που δημιουργείται εκείνη τη στιγμή είναι πολύ έντονο και αναπάντεχο. Όμως, πριν ξεκινήσει η διαδικασία της αναπόλησης, κάτι πυροδοτεί το μυαλό (καρδιά-ψυχή) και φτάνει στο σημείο της συνειδητοποίησης, συνοδευόμενη ίσως από κάποιο φόβο και τρόμο για το κομμάτι που έπεται να χαθεί οριστικά στο μέλλον. Δεν είναι ανώδυνο να ξεχαστεί κάτι τόσο καλά μαγκωμένο μέσα στη ψυχή σου. Υπήρξε εκεί για κάποιο διάστημα, μεγάλο χρονικό διάστημα, και θα έμενε εκεί μέχρι το τέλος - για πάντα. Υπήρξαν καταστάσεις στη ζωή μου που αγάπησα, τις οποίες βίωσα σε μεγαλύτερο βαθμό απ' ότι άντεχα και έπειτα προσπάθησα να ξεφύγω από αυτές. Ποτέ όμως δε σταμάτησαν να με στοιχιώνουν οι αναμνήσεις και τα συναισθήματα που προήλθαν από εκεί. Πάντα θα υπάρχουν σαν ένα μεγάλο κομμάτι της ύπαρξής μου, ένα κομμάτι που θα με ορίζει πάντα. 
Έρχεται το τέλος λοιπόν.
Ένα τέλος που δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί προβλέψιμο και εφικτό στο παρελθόν. Βέβαια, αν δεν έβλεπα το τέλος αυτού του δρόμου ξαφνικά, η γραμμή εκκίνησής του θα είχε παραμείνει ξεχασμένη και ξεθωριασμένη κάπου πολύ πίσω, κρυμμένη καλά κάτω από την αιμοδιψή λήθη. Έπρεπε το τοπίο πίσω από την πλάτη μου να ξεθολώσει κάποια στιγμή. Έρχονται -ή μάλλον, ήδη γίνονται- μεγάλες αλλαγές εμπρός μου και και το πλανεμένο μου παρελθόν δεν θα επέτρεπε να στηθεί μία άυλη βάση για στήριγμα στο άβουλο μέλλον μου. Η καινούρια βάση οφείλει να στηθεί από τα ιδρώμενα χέρια μου.
Κοιτάζω μπροστά και απλώνεται μία έρημος. Αναμφισβήτητα προς τα εκεί βαδίζω. Δε θέλω να φτάσω στην έρημο. Θέλω να γυρίσω πίσω στο δάσος μου, εκεί όπου είναι ήρεμα και όμορφα και ο ήλιος πάντα καταφέρνει να δραπετεύσει μέσα από τα κλαδιά των δέντρων. Το δάσος μένει πάντα σταθερό, τα δέντρα μένουν ακλόνητα βαθιά ριζωμένα στη πηγή της ζωής τους. Η άμμος της ερήμου, από την άλλη, αποτελείται από μικρούς κόκκους όπου ο κάθε ένας από αυτούς έχει υπάρξει παντού, εκτός από τα μέρη που υπήρξε πριν από το παροντικό. Η άμμος κινείται διαρκώς. Την ταξιδεύει ο αέρας από τόπο και ουδέποτε μένει στάσιμη, ούτε για να ξεδιψάσει. Ατενίζω το δάσος μου. Σε εκείνο το δάσος όπου έζησα, φωτιά έχει ανάψει. Καίγονται τώρα τα δέντρα, που ακλόνητα μένουν βαθιά ριζωμένα στη πηγή της ζωής τους. Φλόγες κατασπαράζουν οτιδήποτε άξια είχε υψωθεί. Δεν μπορώ να γυρίσω. Δε μπορώ να τη σβήσω. 
Μόνο ελπίζω να αντικρίσω για μία μόνο φορά τις στάχτες της.

6/4/16

ΠΕΡΑΣΕ Η ΩΡΑ





Η ώρα πήγε πάρα κάτι. Πέρασε ο χρόνος και ούτε μια ανάσα δεν κατάφερε να σωθεί. Αδυσώπυτο κενό αφήνει ο χρόνος. Ναι, κενό. Τι είναι αυτό που σου επέτρεψε να κάνεις; Να αγαπήσεις; Να μισήσεις; Να πονέσεις; Να φοβηθείς; Να αφεθείς; Τίποτα δεν κατάφερες να κάνεις ολοκληρωμένα. Δεν είχες χρόνο. Ακόμη και τα πιο σημαντικά πράγματα μεταμορθώθηκαν σε υποχρεώσεις που πρέπει να κάνεις βιαστικά γιατί δεν θα προλάβεις να τη βγάλεις ζωντανός με τούτη εδώ την άβυσσο.



9/2/16

ΠΕΤΑΩ. ΞΑΝΑΖΩ. ΑΓΑΠΩ.




            Κοιτάζω.
            Ονειροπολώ.
            Αφουγκράζομαι.
            Χορεύω.
            Πετάω.
            Τα φτερά μου είναι ελαφριά και πρόθυμα ανοίγουν για ένα μικρό ταξίδι 
            μέσα από γνώριμες και ήρεμες σκέψεις.

            Γελάω.
            Νιώθω.
            Θυμάμαι.
            Ξεχνάω.
            Ξαναζώ.
            Η αλήθεια πίσω από τα μάτια είναι ότι κρύβουν μυστικά μονοπάτια οδηγώντας 
            τη σιωπή στο φως.

            Κοιμάμαι.
            Σκέφτομαι.
            Φοβάμαι.
            Αργώ.
            Περπατώ.
            Όλα είναι δρόμος, διαθέσιμος μα γεμάτος εμπόδια και δυσκολίες. 
            Άραγε πως αντιμετωπίζεις φόβους κι όνειρα αν πρώτα δεν τα γνωρίσεις;

            Μοναξιά.
            Θλίψη.
            Εγωισμός.
            Σκοτάδι.
            Βροχή.
            Θα βρέξει και θα ξεπλύνει βάσανα και πόνους. Θα βρέξει και η μελαγχολία 
            παραδόξως θα ανθίσει. 
            Να βρέξει. Να βρέξει για να έχουμε την ευκαιρία να χορέψουμε κάτω από 
            τις σταγόνες της βροχής.

            Λυγίζω.
            Φωνάζω.
            Κλαίω.
            Συγχωρώ.
            Αγαπώ.
            Αγαπώ γιατί αγάπη σημαίνει να αγαπάς. Να αγαπάς όσο η καρδιά σου το αντέχει 
            και όσο το αντέχει να αγαπάς περισσότερο.